Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανδρόγυνο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και αντρόγυνο και αντρόγενο, το (Μ ἀνδρόγυνον)
ζεύγος νόμιμων συζύγων
μσν.
άνδρας και γυναίκα που συζούν.