Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανδρόγυνο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και αντρόγυνο και αντρόγενο, το (Μ ἀνδρόγυνον)
ζεύγος νόμιμων συζύγων
μσν.
άνδρας και γυναίκα που συζούν.