Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συλλήβδην

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συλλήβδην Medium diacritics: συλλήβδην Low diacritics: συλλήβδην Capitals: ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ
Transliteration A: syllḗbdēn Transliteration B: syllēbdēn Transliteration C: syllivdin Beta Code: sullh/bdhn

English (LSJ)

Adv.

   A collectively, in sum, in short, Thgn.147 (= Phoc. 17); βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα σ. μάθε A.Pr.505; ταῦτα ἐπράθη σ. ἅπαντα IG12.325.21; ἀγαθὰ σ. ἅπαντά σοι φέρω Ar.Pl.646; τὸν φόρον . . σ. τὸν προσιόντα Id.V.657 (anap.); ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀσέβεια καὶ σ. πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς . . ἀρετῆς Pl.Prt.324a, cf. 325c; σ. διδάσκειν Isoc.4.29; opp. κατὰ σμικρόν (little by little), Pl.R.344b; opp. καθ' ἓν ἕκαστον, X.Oec.19.14.

German (Pape)

[Seite 975] adv., zusammenfassend, zusammengefaßt; βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα συλλήβδην μάθε, Aesch. Prom. 505; Theogn. 147; Ar. Vesp. 657; ἡ ἀσέβεια καὶ συλλήβδην πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς, Plat. Prot. 323 e; Gorg. 476 d; Ggstz κατὰ σμικρόν, Rep. I, 344 a; σ. ἅπαντες, alle zusammen, Lys. 13, 4; Isocr. 4, 29; dem καθ' ἕκαστον entgegengestzt, Xen. Oec. 19, 14; Pol. 15, 10, 5 u. oft, wie a. Sp., z. B. Luc. Hermot. 69.

Greek (Liddell-Scott)

συλλήβδην: Ἐπίρρ., περιληπτικῶς, ἐν περιλήψει, ἐν συνόλῳ, ἢ ὅλα ὁμοῦ, ἐν συντόμῳ, Θέογν. 147, Φωκυλ. 18· βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα σ. μάθε Αἰσχύλ. Πρ. 505· ἀγαθὰ σ. ἅπαντά σοι φέρω Ἀριστοφάν. Πλ. 646· τὸν φόρον... σ. τὸν προσιόντα ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 657· ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀσέβεια καὶ ξ. πᾶν τὸ ἐναντίον... τῆς ἀρετῆς Πλάτ. Πρωτ. 323Ε, πρβλ. 325C· σ. διδάσκειν Ἰσοκρ. 46C· ἀντίθετον τῷ κατὰ σμικρὸν (ὀλίγον κατ’ ὀλίγον), Πλάτ. Πολ. 344Α· τῷ καθ’ ἕκαστον, Ξεν. Οἰκ. 19. 14.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 en somme, en un mot;
2 en général.
Étymologie: συλλαμβάνω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
επίρρ. συνολικά και χωρίς διάκριση, όλους ή όλα μαζί (α. «τους οδήγησαν συλλήβδην στο τμήμα» β. «βραχεί δὲ μύθῳ πάντα συλλήβδην μάθε», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συλ-ληβ- του συλλαμβάνω (πρβλ. σύλληψις) + επιρρμ. κατάλ. -δην (πρβλ. συμβά-δην)].

Greek Monotonic

συλλήβδην: (συλλαμβάνω), επίρρ., περιληπτικά, συνολικά, εν συντομία, σε Θέογν., Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

συλλήβδην: adv.
1) в сжатом виде, одним словом (πάντα μαθεῖν Aesch.);
2) в собранном виде, сразу, в целом (ἀγαθὰ ἅπαντά τινι φέρειν Arph.): οὐ κατὰ σμικρόν, ἀλλὰ σ. Plat. не постепенно, а сразу;
3) в общем виде, вообще (ἐρωτᾶν Xen.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συλλήβδην [συλλαμβάνω] adv., bij elkaar, over het geheel genomen, in het kort:. ἀγαθὰ σ. ἅπαντα σοι φέρω ik breng je alle goede dingen bij elkaar Aristoph. Pl. 646; πάντα σ. μάθε verneem alles bij elkaar of in één keer Aeschl. PV 505; ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀσέβεια καὶ συλλήβδην πᾶν τὸ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς onrechtvaardigheid en goddeloosheid en, kortom, alles wat tegenovergesteld is aan de politieke deugd Plat. Prot. 324a.

Middle Liddell

συλλαμβάνω
adv. collectively, in sum, in short, Theogn., Aesch., etc.