Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθρακούχος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-α, -ο
1. αυτός που περιέχει άνθρακα
2. (για έδαφος) αυτός που περιέχει κοιτάσματα γαιανθράκων, ανθρακοφόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανθραξ + -ούχος < έχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1802 στον Θεοδόσιο Ηλιάδη].