Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥῆμα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ῥῆμα Medium diacritics: ῥῆμα Low diacritics: ρήμα Capitals: ΡΗΜΑ
Transliteration A: rhē̂ma Transliteration B: rhēma Transliteration C: rima Beta Code: r(h=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (ἐρῶ)

   A that which is said or spoken, word, saying, Archil.50, Thgn.1152, Simon.37.14,92 (where perh. it = ῥήτρα 11.2), Pi. (v. infr.), etc.; in Prose first in Hdt. (s.v.l.), ὁ νόος τοῦ ῥ. 7.162; τὰ λεγόμενά τινων [ῥήματα] 8.83; τοῦ Πιττακοῦ . . περιεφέρετο τοῦτο τὸ ῥ. Pl.Prt.343b; τὸ δόγμα τε καὶ ῥ. Id.R.464a; opp. ἔργματα, Pi.N.4.6; opp. ἔργον, Th.5.111; opp. τὸ ἀληθές, Pl.Phd.102b: prov., ῥήματα ἀντ' ἀλφίτων 'fine words butter no parsnips', ap.Suid.; ῥήματα πλέκων Pi.N.4.94; ῥήματα θηρεύειν catch at one's words, And.1.9; ῥ. ἱπποβάμονα, ῥ. μυριάμφορον, Ar.Ra.821, Pax 521; ῥήματος ἐχόμενον depending on the word, Pl.Lg.656c; τῷ ῥ. τῷ τόδε προσχρώμενοι the word τόδε, Id.Ti.49e; τῷ ῥ. λέγειν, εἰπεῖν, say in so many words, Id.R. 340d, Grg.450e, cf. Tht.166d; κατὰ ῥῆμα ἀπαγγεῖλαι word for word, Aeschin.2.122.    2 phrase, opp. ὄνομα (a single word), Pl.Cra.399b, Aeschin.3.72; λέγοντες ἐν μύθοις τε καὶ ἐν ῥήμασιν Pl.Lg.840c.    b verse, line, Ar.Ra.1379, cf. 97.    3 subject of speech, matter, Hebraism in LXX and NT, Ge.15.1, 22.1, De.2.7, Ev.Luc.1.37,65, 2.15; cf. ῥητός IV. 2.    II Gramm., verb, opp. ὄνομα (noun), Pl. Sph.262a sq., Cra.425a, al., Arist.Po.1457a14, Diog.Bab.Stoic.3.213:— from the fact that a Verb usually forms the predicate (Arist.Int. 16b6), ῥῆμα is applied to an Adj. when used as a predicate, ib.16a13, 20b1.

German (Pape)

[Seite 840] τό, das Gesagte, Wort, Spruch, Ausspruch; Ὁμήρου, Pind. P. 4, 278; βιοτεύει χρονιώτερον ἐργμάτων, N. 4, 6; ῥήματα πλέκειν, N. 4, 94; οὕτως ἀναιδῶς ἐξεκίνησας ῥῆμα; Soph. O. R. 355; πρὸς τοὺς φίλους οἷ' ἀνταμείβει ῥήματα, O. C. 818; ἔργοις πεπονθὼς ῥήμασίν σ' ἀμύνομαι, 877, u. öfter; u. in Prosa: Her. 7, 162. 8, 83 u. sonst. Plat. vrbdt ὀνόματα καὶ ῥήματα, Wörter u. Sätze, Conv. 198 b, vgl. Rep. X, 601 c; Ggstz von μέλεα, Legg. VIII, 840 c; übh. Wort, Ausdruck, ῥήματος ἐχόμενον, II, 656 c; τῷ ῥήματι εἰπεῖν, wörtlich, Gorg. 450 e (οὕτω γὰρ εἶπε ῥήματι, denn dies waren seine eignen Worte, Dem. prooem. 50); ῥήματι ἁμαρτεῖν, im Ausdrucke, 489 b, ῥήματα θηρεύειν, nach Worten haschen, Phrasen machen, Andoc. 1, 8; ἐπὶ ῥήμασι μέγα φρονεῖν, Luc. Tox. 34. – Grammatisch, das Zeitwort, Plat. Soph. 262 e u. sonst; im Ggstz von ὀνόματα,, nomina Theaet. 168 b; Zeno bei D. L. 7, 58.

Greek (Liddell-Scott)

ῥῆμα: τό, (ῥέω, ἐρῶ) τὸ λεγόμενον ἢ λαλούμενον, λέξις, λόγος, ἀπόφθεγμα, Θέογν. 1148, Ἀρχίλ. 45, Σιμωνίδ. 44. 15., 95 (ἔνθα ἴσως = ῥήτρα ΙΙ), Πίνδ., κλ.· ἐκ τῶν πεζολόγων πρῶτον παρ’ Ἡροδ., ὁ νόος τοῦ ῥήματος 7. 162· τὰ λεγόμενά τινος ῥήματα 8. 83· τοῦ Πιττακοῦ περιεφέρετο τοῦτο τὸ ῥ. Πλάτ. Πρωτ. 343Β. τὸ δόγμα τε καὶ ῥῆμα ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 464Ε· ῥήματα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἔργματα, Πινδ. Ν. 4. 10· πρὸς τὸ ἔργα, Σοφ. Ο. Κ. 783, Θουκ. 5. 111· πρὸς τὸ ἀληθές, Πλάτ. Φαίδων 102Β· παροιμ., ῥήματα ἀντ’ ἀλφίτων, «μὲ λόγια ἡ κοιλιὰ δὲν γεμίζει», «ἐπὶ τῶν μὴ ὧν τις δεῖται διδόντων, ἀλλὰ φωνὰς μόνας προϊεμένων» Σουΐδ.·-ῥήματα πλέκειν Πινδ. Ν. 4.154· ῥήματα θηρεύειν, κυνηγεῖν τὰς λέξεις τινός, Ἀνδ. 2.23· -ῥ. ἱπποβάμονα, ῥ. μυριάμφορον Ἀριστοφ. Βάτρ. 821, Εἰρ. 521· ῥήματος ἔχεσθαι Πλάτ. Νόμ. 656C· τῷ ῥήματι τῷ τόδε προσχρώμενοι, εἰς τὴν λέξιν: τόδε, ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 49Ε· τῷ ῥήματι οὕτως εἶπες ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 450Ε

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
I. tout ce qu’on dit;
1 mot, parole ; κατὰ ῥῆμα ESCHN mot pour mot;
2 langage, discours, poème;
II. t. de gramm. verbe, p. opp. à ὄνομα nom.
Étymologie: R. Ϝερ > Ϝρη-, Ῥη- parler ; v. εἴρω², *ῥέω.

English (Slater)

(ῥῆμα nom., acc., ῥήματα.)
   a word ῥῆμα δ' ἐργμάτων χρονιώτερον βιοτεύει, ὅ τι κε σὺν Χαρίτων τύχᾳ γλῶσσα φρενὸς ἐξέλοι βαθείας (N. 4.6) οἶον αἰνέων κε Μελησίαν ἔριδα στρέφοι, ῥήματα πλέκων (N. 4.94)
   b saying τῶν δ Ὁμήρου καὶ τόδε συνθέμενος ῥῆμα πόρσυν (P. 4.278) νῦν δ' ἐφίητι (sc. ἁ Μοῖσα) <τὸγτ; τὠργείου φυλάξαι ῥῆμ' ἀλαθείας λτ;γτ; ἄγχιστα βαῖνον, χρήματα χρήματ ἀνήρ (I. 2.10)

English (Strong)

from ῥέω; an utterance (individually, collectively or specially),; by implication, a matter or topic (especially of narration, command or dispute); with a negative naught whatever: + evil, + nothing, saying, word.

Greek Monolingual

το / ῥῆμα, ΝΜΑ
1. αυτό που έχει λεχθεί, ο λόγος (α. «ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάῃ», Καβάφ. β. «τὰ δέκα ῥήματα» — ο δεκάλογος, ΠΔ)
2. γραμμ. κλιτό μέρος του λόγου, που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί, παθαίνει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
αρχ.
1. φράση, σε αντιδιαστολή προς τη μεμονωμένη λέξη, δηλαδή προς το όνομα
2. στίχος
3. (στην ΠΔ και ΚΔ) το θέμα της διήγησης
4. παροιμ. φρ. «ῥήματα ἀντ' ἀλφίτων» — λεγόταν όταν δινόταν σε κάποιον όχι εκείνο που είχε ανάγκη, αλλά κάτι άλλο, άσχετο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα Fερε- (πρβλ. (Fερέω, - < Fερέσω, μέλλ. του λέγω) με μηδενισμένο το πρώτο και εκτεταμένο το δεύτερο φωνήεν (πρβλ. εἴρηκα, εἴρημαι) + κατάλ. -μα (βλ. και λ. εἴρω (ΙΙ)].

Greek Monotonic

ῥῆμα: -ατος, τό (ῥέω, ἐρῶ
I. 1. αυτό που λέγεται ή εκφωνείται, λέξη, λόγος, σε Θέογν., Ηρόδ. κ.λπ.· κατὰ ῥῆμα ἀπαγγέλλειν, λέξη προς λέξη, σε Αισχίν.
2. φράση, αντίθ. προς το ὄνομα (μία μόνο λέξη), σε Πλάτ.
3. η υπόθεση του λόγου, πράγμα, αντικείμενο, σε Καινή Διαθήκη
II. στους Γραμμ., ρήμα, αντίθ. προς το ὄνομα (ουσιαστικό)· ῥήματα καὶ ὀνόματα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ῥῆμα: ατος τό εἴρω II]
1) сказанное, слова, речь: ὁ νόος τοῦ ῥήματος Her. смысл сказанного; ὡς τοῖς ῥήμασι λέγεται Plat. как это говорится; κατὰ ῥ. Aeschin. слово в слово, дословно;
2) слово, изречение (τοῦ Πιττακοῦ Plat.);
3) предложение, фраза: ὀνόματα καὶ ῥήματα Plat. слова и предложения;
4) грам. глагол: ῥήματα καὶ ὀνόματα Plat. глаголы и существительные;
5) грам. инфинитив Sext.;
6) вещь, событие, обстоятельство: πᾶν ῥ. и πάντα τὰ ῥήματα NT все.

Etymology Frisk

ῥῆσις, ῥήτρα etc.
See also: s. 2. εἴρω; cf. ῥήτωρ.

Middle Liddell

ῥῆμα, ατος, τό, [ῥέω, ἐρῶ]
I. that which is said or spoken, a word, saying, Theogn., Hdt., etc.; κατὰ ῥῆμα word for word, Aeschin.
2. a phrase, opp. to ὄνομα (a single word), Plat.
3. the subject of speech, a thing, NTest.
II. in Gramm., a verb, opp. to ὄνομα (a noun), ῥήματα καὶ ὀνόματα Plat.