Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθρωπογναφείον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ἀνθρωπογναφεῑον, το (Α)
τόπος για το καθάρισμα ανθρώπων, κωμική ονομασία αντί του βαλανείον βλ. λ.