Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποζημιώνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

1. πληρώνω αποζημίωση
2. ικανοποιώ τις απαιτήσεις κάποιου για βλάβη που του προξένησα
3. ανταμείβω κάποιον για εκδούλευση ή προσφορά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απο- + ζημιώνω. Η λ. αποζημιώ (-όω) μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό].