Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρματώνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(Μ ἀρματώνω) άρμα
1. εξοπλίζω
2. μτφ. εφοδιάζω πλοίο με τ' απαραίτητα εξαρτήματα («αρματώνω το καράβι», «μια βαρκούλα θ' αρματώσω»)
3. (-ομαι) ετοιμάζομαι για επίθεση.