Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ασκητής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ό (AM ἀσκητής, θηλ. ἀσκήτρια) ασκώ
αυτός που ζει ασκητικά, ο ερημίτης
νεοελλ.
αυτός που ζει απομονωμένος σαν να είναι ασκητής
αρχ.
1. εκείνος που κατέχει μια τέχνη ή εξασκεί κάποιο επάγγελμα
2. αθλητής.