Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοκτονώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(Α αὐτοκτονῶ, -έω) αυτοκτόνος
νεοελλ.
1. φονεύω τον εαυτό μου, τερματίζω τη ζωή μου
2. μτφ. αυτοκαταστρέφομαι
αρχ.
φρ. «τώ ταλαιπώρω αὐτοκτονοῡντε» — σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο.