Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοκτονώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(Α αὐτοκτονῶ, -έω) αυτοκτόνος
νεοελλ.
1. φονεύω τον εαυτό μου, τερματίζω τη ζωή μου
2. μτφ. αυτοκαταστρέφομαι
αρχ.
φρ. «τώ ταλαιπώρω αὐτοκτονοῡντε» — σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο.