Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τερματίζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: τερμᾰτίζω Medium diacritics: τερματίζω Low diacritics: τερματίζω Capitals: ΤΕΡΜΑΤΙΖΩ
Transliteration A: termatízō Transliteration B: termatizō Transliteration C: termatizo Beta Code: termati/zw

English (LSJ)

   A limit, bound, Str.9.4.2; make an end of, finish, τι S.E.M.10.102; τρεῖς δεκάδας Epigr.Gr.539 (Phanagoria):— Pass., τ. εἰς τὸ ἄδηλον Hippod. ap. Stob.4.34.71, cf. Ruf.Anat.38, Gal. 14.794, Vett.Val.245.10:—Med., have as one's end, γῆρας τ. βαρύ E. Fr.952 cod.Orion. (ἑρμ- Nauck).

German (Pape)

[Seite 1094] begränzen; ψαῦσιν, S. Emp. adv. phys. 2, 102; Strab.; VLL.

Greek (Liddell-Scott)

τερμᾰτίζω: ὡς τὸ ὁρίζω, Στράβ. 425· ἐπιθέτω τέρμα, τελειώνω, τι Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 10. 102· τρεῖς δεκάδας Συλλ. Ἐπιγρ. 2127. - Παθ., τ. εἰς τὸ ἄδηλον Στοβ. 534. 41.

Greek Monolingual

ΝΜΑ τέρμα, -ατος]
1. θέτω τέρμα σε κάτι (α. «τερμάτισε την προσπάθειά του» β. «τερματίζοντα τὴν κυκλικὴν αποκατάστασιν», Επιφάν.)
2. (το μέσ.) τερματίζομαι
λήγω, καταλήγω, τελειώνω (α. «σήμερα τερματίζονται οι εργασίες της διάσκεψης» β. «ἐπὶ τὰ ἄνω χωρεῑν καὶ ἐκεῑ τερματίζεσθαι», Γαλ.)
νεοελλ.
1. (αμτβ.) (κυρίως σε αγώνα ταχύτητας ή αντοχής) φθάνω στο τέρμα («τερμάτισε πρώτος»)
2. μτφ. α) σταματώ, διακόπτω («τερμάτισαν τις συνομιλίες λόγω νέων διαφωνιών που προέκυψαν»)
β) φέρω εις πέρας, ολοκληρώνω
μσν.
(αμτβ.) έχω ως όριο, περατώνομαι («ἀρχήν μὲν ἔχον [τὸ θέμα] ἀπὸ τῆς Μηροῡ, τερματίζον δὲ μέχρι τῶν ὁρίων Ἰσαυρίας», Κ. Πορφ.)
αρχ.
1. θέτω όρια, ορίζω («Κῡνος δ' ἐστὶ τὸ ἐπίνειον, ἄκρα τερματίζουσα τὸν Ὀπούντιον κόλπον», Στράβ.)
2. μέσ. θέτω τέρμα για χάρη του εαυτού μου.

Russian (Dvoretsky)

τερμᾰτίζω: кончать, оканчивать (τι Sext.).