Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φονεύω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: φονεύω Medium diacritics: φονεύω Low diacritics: φονεύω Capitals: ΦΟΝΕΥΩ
Transliteration A: phoneúō Transliteration B: phoneuō Transliteration C: foneyo Beta Code: foneu/w

English (LSJ)

   A murder, kill, τινα Hdt.1.35, 211, al., A.Th.340 (lyr.), S.OT716, etc.; c. dupl. acc., [φόνον] φ. τινά Sch.E.Hec.335: abs., καὶ τίς φονεύει; S.Ant.1174, cf. El.34:—Pass., to be slain, Pi.P.11.17, E.IA1317 (lyr.), Th.8.95.    2 of an animal, ἐὰν . . ζῷον . . τι φονεύσῃ τινά Pl.Lg.873e.    3 stain with blood, φασγάνῳ δέρην E.IA875 (troch.).

German (Pape)

[Seite 1298] morden, tödten, umbringen, τινά, von Her. an sehr häufig. – Pass., Pind. P. 11, 17, Aesch. Spt. 323, Soph. oft u. Eur.

Greek (Liddell-Scott)

φονεύω: μέλλ. -σω, ὡς καὶ νῦν, ἀποκτείνω, «σκοτώνω», τινὰ Ἡρόδ. 1. 35. 211, κ. ἀλλ., Αἰσχύλ. Θήβ. 341, Σοφ., κλπ.· μετὰ διπλῆς αἰτ., φόνον φ. τινὰ Σχόλ. εἰς Εὐρ. Ἑκ. 335· ― ἀπολ., καὶ τίς φονεύει; Σοφ. Ἀντ. 1173, πρβλ. Ἠλ. 34. ― Παθ., φονεύομαι, «σκοτώνομαι», Πινδ. Π. 11. 25, Εὐρ. Ι. Α. 1317, Θουκ. 8. 95. 2) ἐπὶ ζῴων, ἐὰν ζῷον... τι φονεύῃ τινὰ Πλάτ. Νόμ. 873Ε.

French (Bailly abrégé)

ao. ἐφόνευσα, etc.
tuer.
Étymologie: φονεύς.

English (Slater)

φονεύω
   1 murder Ὀρέστα· τὸν δὴ φονευομένου πατρὸς Ἀρσινόα Κλυταιμήστρας χειρῶν ὕπο κρατερᾶν ἄνελε (P. 11.17)

English (Strong)

from φονεύς; to be a murderer (of): kill, do murder, slay.

English (Thayer)

future φονεύσω; 1st aorist ἐφόνευσα; (φονεύς); from (Pindar, Aeschylus), Herodotus down; the Sept. mostly for רָצֵח, also for הָרַג, הִכָּה, etc.; to kill, slay, murder; absolutely, to commit murder (A. V. kill): οὐ (which see 6) φονεύσεις, μή φονεύσῃς, τινα: James 5:6.

Greek Monolingual

ΝΜΑ φονεύς
αφαιρώ τη ζωή κάποιου με βίαιο τρόπο, θανατώνω, σκοτώνω
αρχ.
κηλιδώνω με αίμα, λερώνω με αίμα.

Greek Monotonic

φονεύω: μέλ. -σω, φονεύω, σκοτώνω, θανατώνω, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ. — Παθ., φονεύομαι, σε Ευρ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

φονεύω: убивать, умерщвлять (τινά Pind., Her., Trag., Plat.): τίς φονεύει; Soph. кто убийца?; δίκαι τῶν φονευσάντων πάρα Soph. возмездие убийцам.

Middle Liddell

φονεύω, fut. -σω [from φονεύς
to murder, kill, slay, Hdt., Aesch., etc.: —Pass. to be slain, Eur., Thuc.

Chinese

原文音譯:foneÚw 賀扭哦
詞類次數:動詞(12)
原文字根:謀殺 相當於: (רָצַח‎)
字義溯源:謀殺,殺,殺人,殺害;源自(φονεύς)=謀殺犯),而 (φονεύς)出自(φόνος)=謀殺), (φόνος)又出自(φαιλόνης / φελόνης)X*=殺)。參讀 (ἀναιρέω)同義字
出現次數:總共(12);太(5);可(1);路(1);羅(1);雅(4)
譯字彙編
1) 殺人(7) 太5:21; 太19:18; 可10:19; 路18:20; 羅13:9; 雅2:11; 雅2:11;
2) 殺害(2) 太23:31; 雅5:6;
3) 你們⋯殺的(1) 太23:35;
4) 你們殺害(1) 雅4:2;
5) 殺人的(1) 太5:21