Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφεντικό

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (και αφεντικός, ο)
1. κύριος, αφέντης
2. ο κύριος ως προς το υπηρετικό προσωπικό
3. κύριος του σπιτιού, οικοδεσπότης
4. ο εργοδότης
5. στον πληθ. τα αφεντικά
α) ο κύριος και η κύρια του σπιτιού ή οι εργοδότες
6) η τάξη των αφεντάδων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. αφεντικός < αρχ. αυθεντικός (πρβλ. αφέντης)].