Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αχαλίνωτος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀχαλίνωτος, -ον) χαλινώ
αυτός που δεν έχει χαλινάρι
μσν.- νεοελλ.
ασυγκράτητος, ατίθασος, αυθάδης
μσν.
ακαθοδήγητος.