Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυθάδης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ες (AM αὐθάδης, -ες)
θρασύς
αρχ.
1. υπεροπτικός, αλαζονικός
2. (για ζώα) επιθετικός, βίαιος
3. (για πράγματα) άκαμπτος, σκληρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο-Fάδης (με αττική συναίρεση κατά το αττικό πρότυπο της κράσεως οα > ) < αυτός + Faδ-, αδείν (ανδάνω), άδος.
ΠΑΡ. αυθάδεια (Α και -ία)
αρχ.
αυθαδίζομαι, αυθαδικός.
ΣΥΝΘ. αρχ. αυθαδόστομος].