Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλινάρι

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το / χαλινάριον, ΝΜΑ
ο χαλινός
νεοελλ.
μτφ. μέσο συγκράτησης, αναχαίτισης, περιορισμού (α. «το 'χει παρακάνει, χρειάζεται χαλινάρι» β. «πρέπει να βάλεις χαλινάρι στη γλώσσα σου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλινός + υποκορ. κατάλ. -άρι(ον), πρβλ. θηκ-άρι(ον)].