Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρομόνερο

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

και βρομονέρι, το
1. θειούχα πηγή ή τέλμα προερχόμενο από τέτοια πηγή
2. ακάθαρτο, βρόμικο νερό.