Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρούβα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (Μ βρούβα και βρούβη)
1. ονομασία για διάφορα εδώδιμα αγριολάχανα της τάξης των Σταυρανθών
2. το βλαστάρι της βρούβας
3. φρ. «πάει για βρούβες» — γυρίζει άσκοπα και ανώφελα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. από αρχ. μτγν. βούλβα —με τροπή του -λ- σε -ρ- και μετάθεσή του στη λέξη< λατ. bulbus < βολβός.