Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρούβα

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η (Μ βρούβα και βρούβη)
1. ονομασία για διάφορα εδώδιμα αγριολάχανα της τάξης των Σταυρανθών
2. το βλαστάρι της βρούβας
3. φρ. «πάει για βρούβες» — γυρίζει άσκοπα και ανώφελα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. από αρχ. μτγν. βούλβα —με τροπή του -λ- σε -ρ- και μετάθεσή του στη λέξη< λατ. bulbus < βολβός.