Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαλατιάζω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

και γαλατσιάζω
2. (για καρπούς) σχηματίζω γαλακτώδη χυμό («γαλάτιασαν τα στάρια»)
2. αποκτώ το χρώμα του γάλακτος («γαλάτιασ' η ανατολή»).