Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γελαστός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: γελᾰστός Medium diacritics: γελαστός Low diacritics: γελαστός Capitals: ΓΕΛΑΣΤΟΣ
Transliteration A: gelastós Transliteration B: gelastos Transliteration C: gelastos Beta Code: gelasto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A laughable, ἔργα Od.8.307; of persons, Babr.45.12.

German (Pape)

[Seite 479] belachenswerth, lächerlich, Hom. einmal, Od. 8, 307 ἔργα γελαστά, v. l. ἔργ' ἀγέλαστα, Aristarch u. Herodian γελαστά, s. Scholl. – Oft bei Folgenden.

Greek (Liddell-Scott)

γελαστός: -ή, -όν, ἄξιος γέλωτος, γελοῖος, Ὀδ. Θ. 307, Βάβρ. 45. 12.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
risible, plaisant.
Étymologie: γελάω.

English (Autenrieth)

(γελάω): ridiculous; ἔργα, doings that bring ridicule upon the speaker, Od. 8.307†.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
ridículo de abstr. ἵνα ἔργα γελαστὰ καὶ οὐκ ἐπιεικτὰ ἴδησθε Od.8.307
de pers. ὁ αἰπόλος γελαστὸς ἦλθεν ... αἰγῶν ἔρημος Babr.45.12.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α γελαστός, -ή, -όν)
νεοελλ.
1. αυτός που έχει χαρούμενη, εύθυμη έκφραση στο πρόσωπο
2. (για πράγματα) ο φαιδρός, ο χαρωπός
αρχ.
ο άξιος για γέλια, ο γελοίος.

Greek Monotonic

γελᾰστός: -ή, -όν, αυτός που είναι άξιος για γέλιο και προκαλεί γέλιο, γελοίος, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

γελαστός: Hom., Babr. = γελοῖος 1.

Middle Liddell

[from γελάω
laughable, Od.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γελαστός -ή -όν γελάω lachwekkend.