Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γελωτοκάρηνος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

γελωτοκάρηνος, -ον (Μ)
αυτός που φοράει μάσκα γελωτοποιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γέλως (-ωτος) + κάρηνον «κεφαλή»].