Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γελωτομανής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ές
αυτός που κατέχεται από μεγάλη επιθυμία για γέλια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γέλως (-ωτος) + -μανής < μαίνομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Εστία από τον Κωστή Παλαμά].