Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυπάετος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek (Liddell-Scott)

γυπάετος: ὁ, ἴδε ἐν λ. ὑπάετος.

Greek Monolingual

ο (Α γυπάετος)
ημερόβιο ιερακόμορφο αρπακτικό με εμφάνιση αετού και συνήθειες γύπα, εφόσον τρέφεται με θνησιμαία.