Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεινολογώ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(μέσο) δεινολογιέμαι (AM δεινολογοῡμαι)
Ι. δεινολογώ
νεοελλ.
περιγράφω κάτι δυσάρεστο με υπερβολικό τρόπο
II. δεινολογιέμαι (AM δεινολογοῡμαι)
μιλάω συνεχώς για τα δεινά μου, μεμψιμοιρώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δεινός + -λογούμαι < λόγος.