Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιγράφω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: περιγράφω Medium diacritics: περιγράφω Low diacritics: περιγράφω Capitals: ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ
Transliteration A: perigráphō Transliteration B: perigraphō Transliteration C: perigrafo Beta Code: perigra/fw

English (LSJ)

[ᾰ],

   A draw a line round, περιγράφει τῇ μαχαίρῃ ἐς τὸ ἔδαφος τὸν ἥλιον Hdt.8.137; π. κύκλον draw a circle round, Id.7.60 ; π. ὅσον ἐναριστᾶν κύκλον Eup.250 ; ἡ ταῦτα τὰ πεδία περιγράφουσα γραμμή Plb.2.14.8: abs., describe a circle, Ar.Pax879.    b Geom., circumscribe, περὶ κύκλον τρίγωνον Euc.4.3,5, cf. Archim.Sph.Cyl.1.3,al.; τὸ περιγεγραμμένον σχῆμα τῷ τομεῖ ib.40.    2 define, determine, limit, π. τοῦ ἔτους χρόνον X.Mem. 1.4.12 ; π. ὅτι… ἐγγύτατα τοῦ πράγματος Arist.Rh.1396b8 ; τὴν πολλὴν βρῶσιν Heraclid. Tar. ap. Ath.2.64e :—Med.,Arist.Metaph. 1064a2:—Pass., περιεγέγραπτο, ὡς ἔοικε,… μέχρι ὅσου ἡ νίκη ἐδέδοτο αὐτοῖς X.HG7.5.13 ; to be bounded, D.S.3.41 ; to be circumscribed, Ti.Locr.97e, Plot.6.4.7, Dam.Pr.113, etc.: Rhet., αἱ ἔννοιαι… ἐφ' ἑαυτῶν περιγραφόμεναι being self-contained, Hermog.Id.1.3.    3 terminate, conclude, τὴν βίβλον D.S.2.60, 3.74, etc. ; τὰς ὑποθήκας Plu. 2.14a ; ἀγχόνῃ τὸ ζην Ath.9.388c:—Pass., Placit.3.8.2.    4 bring to an end, cure a disease, Archig. ap. Gal.8.90, Sor.2.16 (Pass.), Gal.13.860.    II draw in outline, trace or sketch, delineate τοὺς θεούς Phld. Piet.81:—Med., σκιὰν περιγράψασθαι draw oneself an outline, Poll.7.129:—Pass., περιγεγράφθω ταύτῃ Arist.EN1098a20; τὰ δυνατὰ -γραφῆναι Phld.Ir.p.62W.; περιγεγραμμένους μῦς well-marked muscles, Antyll. ap. Orib.7.7.8.    III enclose as it were within brackets, cancel, annul (cf. διαγράφω), Demonic.1.3, Plu.2.334c, PSI1.64.15 (Pass., i A.D.); τὸ φιλεῖν AP5.67 (Lucill. or Polemo Rex); τὸ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν π. Epict.Ench.33 ; π. τινὰ ἐκ πολιτείας exclude from civic privileges, Aeschin.3.209 ; τινὰ τοῦ ζῆν Vett. Val. 150.10:— Pass., Hld.10.20.    2 reject as spurious, Ath.5.180e; remoue from a text, A.D.Synt.6.3,al.    IV in Law, defraud, in Pass., PAmh. 2.77.7 (ii A. D.), etc.; also, circumvent, διάταξιν Just.Nov.55 Praef.

German (Pape)

[Seite 572] 1) umschreiben, umzeichnen, umgränzen; περιγράφει τῇ μαχαίρῃ τὸν ἥλιον ἐς τὸ ἔδαφος, er umzeichnete das einfallende Sonnenlicht auf dem Boden, Her. 8, 137; einen Umriß machen, Ar. Pax 879; σκιαγραφίαν ἀρετῆς περιγραπτέον, Plat. Rep. 365 c; περιγράφειν ὅροις, begränzen, Pol. 21, 11, 4; übh. bestimmen, τοῦ ἔτους χρόνον, Xen. Mem. 1, 4, 12; Arist. eth. 1, 7, 17; vgl. Plut. plac. philos. 3, 8. – 2) etwas Geschriebenes in Klammern einschließen u. dadurch für nicht vorhanden erklären; dah. = ausstreichen, Plut. de Alex. fort. 2, 1; vgl. Ruhnken Tim. p. 82; περιγράψατέ με ἐκ τῆς πολιτείας, Aesch. 3, 209; übh. aufheben, vernichten, Polem. 2 (V, 68); ἀγχόνῃ τὸ ζῆν περιγράψας, sich erhängen, Ath. IX, 388 c.

Greek (Liddell-Scott)

περιγράφω: [ᾰ], σύρω γραμμὴν ὁλόγυρα, σημειῶ ὁλόγυρα, Λατ. circumscribo, περιγράφει τῇ μαχαίρῃ τὸν ἥλιον ἐς τὸ ἔδαφος Ἡρόδ. 8. 137· π. κύκλον, γράφω κύκλον ὁλόγυρα, ὁ αὐτ. 7. 60· οὐκοῦν περιγράψας ὅσον ἐναριστᾶν κύκλον Εὔπολις ἐν «Ταξιάρχοις» 1· ἡ ταῦτα τὰ πεδία περιγράφουσα γραμμὴ Πολύβ. 2. 14, 8· - συχν. παρ’ Εὐκλείδ. γράφω σχῆμά τι παρ’ ἕτερον· - ἀπολ., γράφω κύκλον, Ἀριστοφ. Εἰρ. 879. 2) ὁρίζω, περιορίζω, π. τοῦ ἔτους χρόνον Ξεν. Ἀπομν. 1. 4, 12· π. ὅτι.. ἐγγύτατα τοῦ πράγματος Ἀριστ. Ρητορ. 2. 22, 11· τὴν πολλὴν βρῶσιν Ἡρακλ. Ταρ. παρ’ Ἀθην. 64Ε· οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 10. 7, 1. - Παθ.. περιεγέγραπτο, ὡς ἔοικε.., μέχρι ὅσου ἡ νίκη ἐδέδοτο αὐτοῖς Ξεν. Ἑλλ. 7. 5, 13· ἐπὶ χωρῶν, ὁρίζομαι, ἔχω ὅρια, Διόδ. 3. 41, πρβλ. Τίμ. Λοκρ. 97Ε. 3) τελειώνω, τὴν βίβλον Διόδ. 2. ἐν τέλ., 3. ἐν τέλ., κτλ.· τὰς ὑποθήκας Πλούτ. 2. 14Α, πρβλ. 895C· ἀγχόνῃ τὸ ζῇν Ἀθήν. 388C. II. γράφω περιληπτικῶς ἢ ἐν σχεδίῳ, σχεδιάζω, Λατ. delineare, περιγεγράφθω ταύτῃ Ἀριστ. ἨΘ. 1. 7, 17. -Μέσ. , σκιὰν περιγράψασθαι (ὑπογράψασθαι Βεκκῆρ.), Πολυδ. Ζ΄, 128· - πρβλ. περιγραπτέον, πριγραφή. ΙΙΙ. ἐγκλείω, οὕτως εἰπεῖν, ἐν ἀγκύλαις, παρ’ Ἀττ. διαγράφω, ἐξαλείφω, Δημόνικος ἐν «Ἀχελῴῳ» 1, Πλούτ. 2. 334C, Ἀνθ. Π. 5. 68· ἀπορρίπτω ὡς νόθον, Ἐπικτήτου Ἐγχειρίρ. 33, Ἀθήν. 180Ε· π. τινὰ ἐκ πολιτείας, ἀποκλείω τινὰ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, Αἰσχίν. 83, ἐν τέλ.· πρβλ. Ruhnk. εἰς Τίμ.

French (Bailly abrégé)

I. dessiner le contour, esquisser, acc.;
II. délimiter :
1 borner, déterminer, fixer ; en gén. fixer une limite;
2 séparer par une limite, exclure τινά, qqn;
3 achever, terminer.
Étymologie: περί, γράφω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
μτφ. αναπαριστώ με λεπτομέρειες κάτι με τη βοήθεια του γραπτού ή προφορικού λόγου
νεοελλ.-αρχ.
1. σχεδιάζω κλειστή γραμμή γύρω από κάτι, περιβάλλω κάτι με γραμμή, σημειώνω ολόγυρα
2. (γεωμ.) περικλείω σχήμα μέσα σε άλλοπεριγράφω τετράγωνο σε κύκλο»)
μσν.
(νομ.) αφαιρώ κάτι με απάτη, παραβιάζω
μσν.-αρχ.
βάζω τέρμα σε κάτι, τελειώνω
αρχ.
1. σχεδιάζω κύκλο
2. ορίζω σαφώς, καθορίζω, προσδιορίζω
3. περιορίζω
4. σχεδιάζω το περίγραμμα ενός πράγματος, ιχνογραφώ, σκιαγραφώ
5. κλείνω κάτι μέσα σε αγκύλες
6. αφαιρώ, διαγράφω, εξαλείφω («περιεγράψατέ με ἐκ τῆς πολιτείας» — μέ αποκλείσατε από τα πολιτικά μου δικαιώματα, Αισχίν.)
7. απορρίπτω, αποβάλλω κάτι επειδή δεν είναι γνήσιο
8. αφαιρώ κάτι από ένα κείμενο
9. (σχετικά με ασθένεια) θεραπεύω
10. μέσ. περιγράφομαι
τελειώνω
11. παθ. α) (ρητ.) περιορίζομαι («αἱ ἔννοιαι... ἐφ' ἑαυτῶν περιγραφόμενοι» — οι έννοιες που αυτοπεριορίζονται, Ερμογ.)
β) (για τόπο) ορίζομαι, έχω όρια, έχω σύνορα.

Greek Monotonic

περιγράφω: [ᾰ], μέλ. -ψω·
I. 1. σύρω γραμμή ολόγυρα, σημειώνω ολόγυρα, Λατ. circum scribo, σε Ηρόδ.· περιγράφω κύκλον, σχεδιάζω κύκλο ολόγυρα, στον ίδ.· απόλ., ζωγραφίζω κύκλο, σε Αριστοφ.
2. ορίζω, καθορίζω, σε Ξεν. — Παθ., περιεγέγραπτο, έχουν καθοριστεί τα όρια, στον ίδ.
II. γράφω σε περίληψη, φτιάχνω σε περίγραμμα, διατυπώνω σε γενικές γραμμές, Λατ. delineare, σε Αριστ.
III. περικλείω όπως μέσα σε αγκύλες, ακυρώνω, σε Ανθ.· περιγράφω τινὰ ἐκ πολιτείας, αποκλείω από τα πολιτικά δικαιώματα, σε Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

περιγράφω: (ᾰ)
1) описывать, обводить (κύκλον Her.);
2) очерчивать, чертить, рисовать (τῇ μαχαίρῃ τι ἐς τὸ ἔδαφος Her.): τὰ περιγραφόμενα Diod. очертания, границы;
3) определять, устанавливать (τοῦ ἔτους χρόνον Xen.): περιεγέγραπτο ὑπὸ τοῦ θείου Xen. было предопределено свыше;
4) ограничивать (τὸ μέγεθος τῆς ἐξουσίας ὅροις Polyb.);
5) оканчивать (τὴν βίβλον Diod.);
6) лог. давать общее определение, определять: περιγεγράφθω τἀγαθὸν ταύτῃ Arst. пусть будет дано такое определение (понятия) блага;
7) зачеркивать, уничтожать (τι Anth.): π. τινὰ ἐκ τῆς πολιτείας Aeschin. вычеркивать кого-л. из списка граждан.

Middle Liddell

fut. ψω
I. to draw a line round, mark round, Lat. circumscribo, Hdt.; π. κύκλον to draw a circle round, Hdt.:—absol. to draw a circle, Ar.
2. to define, determine, Xen.:—Pass., περιεγέγραπτο, limits had been drawn, Xen.
II. to draw in outline, sketch out, Lat. delineare, Arist.
III. to enclose as it were within brackets, to cancel, Anth.; π. τινὰ ἐκ πολιτείας to exclude from civic privileges, Aeschin.