Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δενδροβάτης

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Spanish (DGE)

-ου, ὁ trepador de árboles o parras ληνοβάται καὶ τρυγηταὶ καὶ δενδροβάται pisaúvas, recolectores y los que suben a las parras Ast.Soph.Hom.14.1
δ.· arborarius n. de un acróbata que trepaba a un árbol en el anfiteatro para escapar de animales salvajes Gloss.3.240
interpr. en sent. místico relig. ὁ θεῖος ἔρως ... αὐτὸν ... δενδροβάτην παρεσκεύασεν Chrys.M.61.767.

Greek Monolingual

ο (Α δενδροβάτης)
αυτός που σκαρφαλώνει στα δένδρα
νεοελλ.
δενδρόβιος βάτραχος της Νότιας Αμερικής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + -βάτης].