Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεντρικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δενδρικός, -ή, -όν
Α και δενδριακός, -ή, -όν)
όποιος ανήκει στα δένδρα ή προέρχεται απ' αυτά
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα δεντρικά
τα δένδρα
αρχ.
γεμάτος δένδρα.