Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δερματογενής

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ές
1. αυτός που γεννιέται στο δέρμα ή διαπλάθεται και αναπτύσσεται από αυτό
2. φρ. «δερματογενή οστά» — οστά που παράγονται από υμενώδη στρώματα οστεοβλαστών.