Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διχογνωμώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

(-έω) (AM διχογνωμῶ, -έω
Α και διχογνωμονῶ)
1. έχω αντίθετη γνώμη
2. αμφιβάλλω, αμφιταλαντεύομαι.