Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμφιβάλλω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἀμφιβάλλω)
1. έχω αμφιβολία, δισταγμό, δεν είμαι βέβαιος για κάτι, αμφιταλαντεύομαι
2. αμφισβητώ, διστάζω να πιστέψω κάτι
αρχ.
(στον Όμ. συνήθ. σε τμήση) Ι. ενεργ. περιβάλλω, ρίχνω ή εναποθέτω κάτι γύρω από κάποιον ή κάτι
1. (για ρούχα) ντύνω κάποιον, του φορώ (πρβλ. ἀμφι-έννυμι)
2. περιβάλλομαι, αποκτώ, γεμίζω από κάτι
3. ρίχνω τα χέρια μου γύρω από κάποιον, αγκαλιάζω, εναγκαλίζομαι
4. πιάνω, αρπάζω
5. περιστοιχίζω, περικυκλώνω, περικλείω
6. πλήττω, χτυπώ από παντού
7. συλλαμβάνω ως αιχμάλωτον, αιχμαλωτίζω
8. (στην ιατρ., για μέλη του σώματος) κινώ ή συστρέφω απότομα
9. φρ. «ἀμφιβάλλω εἰς τόπον», πάω σε άλλον τόπο, μετακινούμαι
«ἀμφὶ δέ... βάλε γούνασι χεῑρας», πρόσπεσε στα πόδια κάποιου ως ικέτης, τον παρακάλεσε
μέσ.
1. περιβάλλομαι, ντύνομαι
2. περιβάλλω
3. (για ύμνους) ρίχνομαι, απλώνομαι γύρω από κάποιον σαν δίχτυ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η σημασία «αμφιβάλλω, δεν είμαι βέβαιος, αμφιταλαντεύομαι» του ρ. είναι ήδη αρχαία. Απαντά στον Αριστοτέλη και σαφέστερα στον Πολύβιο. Η σημασιολ. εξέλιξη από τη σημ. «ρίχνω εδώ κι εκεί, γύρω» στη συνηθ. «αμφιβάλλω» πρωτοαπαντά στο επίθ. ἀμφίβολος «αμφισβητούμενος, διφορούμενος, ασαφής» ήδη στον Πλήμωνα (Κρατ. 437α) αλλά και στους Θουκυδίδη, Ξενοφώντα κ.ά. < ἀμφι- + βάλλω.
ΠΑΡ. αμφίβολος
αρχ.
ἀμφίβλημα, ἀμφίβληστρον, ἀμφίβλητος, ἀμφιβολεύς, ἀμφίβολη].