Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωμάτιο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το (AM δωμάτιο) δώμα
καθένας από τους χώρους στους οποίους χωρίζεται το εσωτερικό σπιτιού
νεοελλ.
ναυτ. μεγάλος θάλαμος πλοίου που χρησιμεύει ως κοιτώνας τών κατώτερων βαθμοφόρων
αρχ.-μσν.
στον πληθ. δώματα
ταράτσες σπιτιού
αρχ.
1. κατοικία
2. κοιτώνας σπιτιού.