Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δόνηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η δονώ
το να δονείται κάτι, κραδασμός, παλμική κίνηση, τίναγμα («σεισμική δόνηση»).