Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δονώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(-έω) (AM δονῶ)
1. πάλλω, τινάσσω, θέτω σε παλμική κίνηση
2. συγκινώ, συγκλονίζω
αρχ.
1. παρασύρω («τὰς [ενν. βόας] οἶστρος ἐδόνησεν», Ομ. Ιλ.)
2. διαταράσσω, φοβίζω, εκπλήττω
3. (για έρωτα) εξεγείρω, ταράσσω
4. παθ. (-οῡμαι) περιστρέφομαι
5. (για ήχο) μουρμουρίζω, ψιθυρίζω
6. (για μέλισσα) βομβώ.