Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγκατάσταση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
1. τοποθέτηση και συναρμογή μηχανών, διατάξεων κ.λπ. σε ορισμένο χώρο («εγκατάσταση μηχανημάτων»)
2. μόνιμη διαμονή σ' έναν τόπο.