Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοποθέτηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
1. το να τοποθετεί κάποιος κάτι, να το βάζει σε μια θέση («η τοποθέτηση τών βιβλίων έγινε στην τύχη»)
2. (δημ. δίκ.) α) ο καθορισμός της θέσης στην οποία πρόκειται να υπηρετήσει ένας υπάλληλος
β) ο διορισμός υπαλλήλου ή στελέχους σε μια θέσητοποθέτηση δύο καρδιολόγων στο νοσοκομείο»)
3. φρ. «τοποθέτηση κεφαλαίων» — η επένδυση κεφαλαίων σε χρηματιστηριακούς τίτλους, σε χρυσό, σε ακίνητα, σε τραπεζικές καταθέσεις κ.ά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τοποθετώ. Η λ., στον λόγιο τ. τοποθέτησις, μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].