Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκπλήρωση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐκπλήρωσις)
νεοελλ.
πραγματοποίηση, εκτέλεση κάποιας εργασίας ώς το τέλος
αρχ.-μσν.
συμπλήρωση
μσν.
φρ. «ἐκπλήρωσις πόνου» — καταπράυνση
αρχ.
1. το να γεμίσει κάτι τελείως
2. ικανοποίηση
3. συμπλήρωση αστρονομικού κοσμικού κύκλου.