Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκτίμηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και εχτίμηση, η (Α ἐκτίμησις)
(για πράγμ.) καθορισμός, υπολογισμός της ποσότητας ή ποιότητας ενός πράγματος ή γενικά της τιμήςεκτίμηση ακινήτου, ζημιάς κ.λπ.»)
νεοελλ.
1. υπολογισμός του μεγέθους, ποσού, σημασίας, ποιότητας, ιδιότητας ενός πράγματος ή ενέργειας, γεγονότος ή καταστάσεως («εκτίμηση τών περιστάσεων ή αποστάσεως, γεγονότος, σημασίας κ.λπ.»)
2. υπόληψη, σεβασμός
(«έπεσε στην εκτίμηση μου»).