Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπόληψη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / ὑπόληψις, -ήψεως, ΝΜΑ, και μτγν. τ. ὑπόλημψις, Α ὑπολαμβάνω
η καλή γνώμη που διαμορφώνει κανείς για κάποιον ή για κάτι, εκτίμηση, σεβασμός (α. «είναι άνθρωπος με υπόληψη» β. «ἔργοις τὴν δόξαν καὶ τὴν τῶν στρατιωτῶν ὑπόληψιν ἐπιστοῡτο», Ηρωδιαν.)
αρχ.
1. το να παίρνει κανείς τον λόγο από το σημείο που κάποιος άλλος σταμάτησε
2. απόκριση, απάντηση
3. σύλληψη με τον νου, κατανόηση, αντίληψη
4. ανάληψη έργου
5. παρακίνηση
6. πρόγραμμα, σχέδιο
7. βεβιασμένη κρίση ή προκατάληψηὑπόληψις εἰς τοὺς δικαστὰς οὐ δικαία», Υπέρ.)
8. πιθ. λήψη προκαταβολής έναντι ανάληψης εργασίας
9. πιθ. επιδότηση, επιχορήγηση.