Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθορισμός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο καθορίζω
1. ακριβής ορισμός, σαφής προσδιορισμός
2. αποσαφήνιση, διευκρίνιση («ο καθορισμός τών δικαιωμάτων και καθηκόντων του πολίτη»).