Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκτενώς

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

επίρρ. (AM ἐκτενῶς)
νεοελλ.
«εν εκτάσει» — με πολλά λόγια, με λεπτομέρειες («μίλησε εκτενώς για τον προϋπολογισμό»)
αρχ.-μσν.
πρόθυμα, ολόψυχα, με ζήλο, θερμά
αρχ.
1. δραστήρια
2. με μεγαλοπρέπεια, με λαμπρότητα, πολυτελώς
3. με αφθονία
4. έντονα, επίμονα, σφοδρά, ένθερμα.