Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλοπρέπεια

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: μεγᾰλοπρέπεια Medium diacritics: μεγαλοπρέπεια Low diacritics: μεγαλοπρέπεια Capitals: ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ
Transliteration A: megaloprépeia Transliteration B: megaloprepeia Transliteration C: megaloprepeia Beta Code: megalopre/peia

English (LSJ)

Ion. μεγᾰλοπρεπ-είη, ἡ,

   A magnificence, as a quality of persons, Hdt.1.139, 3.125, Pl.R.486a, Isoc.9.2, Arist.EN1107b17, etc.    II of style, elevation, D.H.Comp.16, Th.23, Demetr.Eloc.37.    III as a title, ἡ σὴ μ. Just.Nov.41 Praef.; ἡ αὐτοῦ μ. POxy.1163.4 (v A. D.).

German (Pape)

[Seite 107] ἡ, das Wesen u. Betragen des μεγαλοπρεπής, Prachtliebe, großer Aufwand in großen u. anständigen Dingen, nur lobend, καὶ ἐλευθεριότης, Plat. Rep. II, 462 c, vgl. VIII, 560 e; Isocr. 2, 19; Arist. Eth. 4, 2, nach dem es die rechte Mitte zwischen ἀπειροκαλία u. μικροπρέπεια ist.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰλοπρέπεια: Ἰων. -είη, ἡ, ὁ χαρακτὴρ ἢ ἰδιότης τοῦ μεγαλοπρεποῦς, λαμπρότης, Ἡρόδ. 1. 139., 3. 125, Πλάτ. Πολ. 486Α, κτλ.· ἐπὶ γλώσσης, Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 16.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
magnificence, générosité.
Étymologie: μεγαλοπρεπής.

Greek Monolingual

η (ΑM μεγαλοπρέπεια, ιων. τ. μεγαλοπρεπείη) μεγαλοπρεπής
1. λαμπρότητα, επιβλητικότητα, μεγαλείο
2. πλούτος, πολυτέλεια
3. το υψηλό ύφος του λόγου
4. λέγεται ως προσφώνηση υψηλών προσώπων («ἡ σὴ μεγαλοπρέπεια», Ιουστιν.).

Greek Monotonic

μεγᾰλοπρέπεια: Ιων. -είη, ἡ, το χαρακτηριστικό του μεγαλοπρεπή, μεγαλοπρέπεια, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰλοπρέπεια: ион. μεγᾰλοπρεπείη ἡ склонность к роскоши, великолепие, тж. щедрость Her. etc.

Middle Liddell

μεγᾰλοπρέπεια, ιονιξ -είη, ἡ,
the character of a μεγαλοπρεπής, magnificence, Hdt., Plat.