Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενόργανος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που διαθέτει όργανα ή οργανισμό για τη συντήρησή του, που ανήκει στο φυτικό ή το ζωικό βασίλειο (σε αντίθεση με τον ανόργανο)
2. φρ. α) «ενόργανη μουσική» — που εκτελείται με μουσικά όργανα χωρίς ανθρώπινες φωνές
β) «ενόργανη γυμναστική» — που εκτελείται με τη χρησιμοποίηση γυμναστικών οργάνων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εν + όργανο(ν). Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στον Στ. Σταθόπουλο].