Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξωγενής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ές
1. αυτός που προκαλείται από εξωτερικά αίτια
2. εκείνος που βρίσκεται προς τα έξω («εξωγενές ριζίδιο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Θεόδωρο Γ. Ορφανίδη].