Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιμίσθιο

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Α ἐπιμίσθιος, -ον)
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το επιμίσθιο
πρόσθετη αμοιβή επί πλέον του κανονικού μισθού
αρχ.
ο μισθωτός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + μισθός.