Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμοιβή

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (Α ἀμοιβή)
1. ανταπόδοση, ανταμοιβή
2. ο μισθός που δίνεται σε αντάλλαγμα υπηρεσίας ή εργασίας, αντιμισθία
μσν.-αρχ.
αλλαγή, ανταλλαγή
αρχ.
1. αποζημίωση
2. ποινή
3. εκδίκηση
4. απάντηση, απόκριση
5. (για είδη εμπορίου ή νομίσματα) ανταλλαγή
5. αλλαγή, μεταμόρφωση, μεταβολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμείβω.
ΠΑΡ. αμοιβαίος, αμοιβαδόν
αρχ.
ἀμοιβάς, ἀμοιβαδίς, ἀμοιβήδην, ἀμοιβηδίς, ἀμοιβηδόν.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. μικροαμοιβή, υπεραμοιβή].