Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευέξαπτος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὐέξαπτος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που εξάπτεται εύκολα, ο ευερέθιστος, ο οξύθυμος
μσν.-αρχ.
αυτός που παίρνει εύκολα φωτιά, ο εύφλεκτος («πᾱν τὸ ὑλικόν... εὐέξαπτον εἶναι», Μ. Αυρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -εξ-απτος (< εξ-άπτω), πρβλ. δυσ-έξ-απτος].