Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εφεύρεση

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἐφεύρεσις, Α και ἐφεύρησις) εφευρίσκω
η επινόηση κάποιου νέου πράγματος («εφεύρεση της τυπογραφίας»)
νεοελλ.
το ίδιο το επινόημα, το δημιούργημα.