Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εφευρίσκω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

(ΑΜ ἐφευρίσκω, Α ιων. τ. ἐπευρίσκω)
επινοώ κάτι το νέο, κάτι το άγνωστο, κάνω εφεύρεση (α. «ἐφεῡρε δ' ἄστρων μέτρα», Σοφ.
β. «ο Έντισον εφεύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα» γ. «εφευρίσκω τρόπο υπεκφυγής»)
αρχ.
1. βρίσκω, ανακαλύπτω («εἴ που ἐφεύροι ἠϊόνας λιμένας τε», Ομ. Οδ.)
2. παθ. ἐφευρίσκομαι
ανακαλύπτομαι, συλλαμβάνομαι
3. ανακαλύπτω κάτι επί πλέον, προσεπινοώ (δ. γρφ. ἔθ' εὑρίσκω)
4. εισάγω κάτι επιπλέον («ὅσα δ' ἄν ἐφευρίσκῃ [[[τέλη]]]», Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εὑρίσκω.