Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θέρισμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το (Α θέρισμα) θερίζω
νεοελλ.
1. ο θερισμός («το θέρισμα του σταριού»)
2. όλεθρος, καταστροφή, αποδεκατισμός
3. ακατάσχετη διάρροια
αρχ.
το σιτάρι που πρόκειται κάποιος να θερίσει.