Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θανατώνω

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

(AM θανατῶ, -όω) θάνατος
1. επιφέρω σε κάποιον τον θάνατο, σκοτώνω (α. «παρά μικρόν δέν ἔλειψεν ἵνα μὲ θανατώσουν», Πρόδρ.
β. «τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα», Ηρόδ.)
2. καταστρέφω, αφανίζω, συντρίβω
3. μέσ. θανατώνομαι και θανατούμαι, -όομαι
πεθαίνω·