Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θανατώνω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

(AM θανατῶ, -όω) θάνατος
1. επιφέρω σε κάποιον τον θάνατο, σκοτώνω (α. «παρά μικρόν δέν ἔλειψεν ἵνα μὲ θανατώσουν», Πρόδρ.
β. «τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα», Ηρόδ.)
2. καταστρέφω, αφανίζω, συντρίβω
3. μέσ. θανατώνομαι και θανατούμαι, -όομαι
πεθαίνω·