Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θανατώνω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(AM θανατῶ, -όω) θάνατος
1. επιφέρω σε κάποιον τον θάνατο, σκοτώνω (α. «παρά μικρόν δέν ἔλειψεν ἵνα μὲ θανατώσουν», Πρόδρ.
β. «τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα», Ηρόδ.)
2. καταστρέφω, αφανίζω, συντρίβω
3. μέσ. θανατώνομαι και θανατούμαι, -όομαι
πεθαίνω·