Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισόδενδρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

ἰσόδενδρος, -ον (Α)
1. ο ίσος με κάποιο χαρακτηριστικό του δέντρου («ἰσοδένδρου τέκμαρ αἰῶνος», Πίνδ.)
2. ψηλός, μεγάλος σαν δέντρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + δἐνδρον].